16.7.15

"Και τώρα τί, κε. Πρωθυπουργέ;"

Όποιος έβλεπε τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στους κ.κ. Γ. Αλαφογιώργο και Π. Χαρίτο, θα σκέφτηκε: «μα καλά πώς άλλαξε η όψη του έτσι;» 

Η όψη του άλλαξε, σκλήρυνε, κατάλαβε, εκβιάστηκε, υπέκυψε, ενηλικιώθηκε.  Το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι το ίδιο με το τελευταίο διάγγελμα της 3η Ιουλίου, ούτε και με τις δηλώσεις της Κυριακής του δημοψηφίσματος. Το πρόσωπο του είναι σπασμένο, κουρασμένο με τραβηγμένα χαρακτηριστικά και εκφράσεις που δείχνουν την αμηχανία του και την προσπάθεια του να εξηγήσει. Η στάση του σώματος του, υποδείκνυε τη δυσκολία της θέσης που έχει βρεθεί, υποδείκνυε τη μη πίστη του στα νέα μέτρα (φρόντισε να το πει τουλάχιστον 3 φορές στη διάρκεια της συνέντευξης), αλλά κυριότερα υποδείκνυε ότι είναι σε ένα κοστούμι που δεν μπορεί ο ίδιος να φορέσει.

Ο Αλέξης Τσίπρας πολιτικά ενηλικιώθηκε και κατάλαβε. Και είμαι σίγουρος, ότι στις αναδρομές που κάνει θα σκέφτεται διπλά αν η πορεία που ακολούθησε μέχρι την ανάληψη της Πρωθυπουργίας ήταν η ενδεδειγμένη. Αν έπρεπε να γίνει τώρα Πρωθυπουργός ή να περιμένει. Θα σκέφτεται επίσης, αν έπρεπε να ακολουθήσει αυτή την  πορεία διαπραγμάτευσης με τους εταίρους. Θα σκέφτεται αν μπορεί να μείνει Πρωθυπουργός με ένα δεξιότατο Μνημόνιο 3, που μόνο ο Άδωνης Γεωργιάδης και μερίδα (νέο) φιλελεύθερων θα ψήφιζαν με κλειστά μάτια. 

Από την ανάλυση της λεκτικής και της μη-λεκτικής επικοινωνίας του, είμαι σίγουρος με δέκα υπογραφές ότι αυτός ο Αλέξης Τσίπρας, αν μπορούσε να παρακάμψει την πίστη του στο ότι πρέπει να μείνει Πρωθυπουργός και να μην προκαλέσει αναταραχή, θα έφευγε. Δεν αντέχει αυτό το Μνημόνιο, για αυτό και δεν μπορεί να το εξηγήσει καλά και πειστικά. Γι αυτό και επικαλείται το θυμικό και προσπαθεί να μιλήσει με απλή και κατανοητή γλώσσα. Γι αυτό και τα χαρακτηριστικά του είναι σαν να έχει βγει από ταινία θρίλερ. Γιατί αυτό που έζησε την τελευταία εβδομάδα με αποκορύφωμα την προηγούμενη Κυριακή και Δευτέρα ήταν μια ταινία θρίλερ. 

Ο Πρωθυπουργός πλήρωσε σημαντικά λάθη στρατηγικής και γι αυτό θα δούμε το επόμενο διάστημα να πέφτει η δημοτικότητα του. Ήδη από τις αναλύσεις που κάνουμε στα social media, διαπιστώνουμε ότι οι followers/υποστηρικτές του μεταστρέφονται σταθερά εναντίον του. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή, ο Αλέξης Τσίπρας εκλέχτηκε με ένα συγκεκριμένο αφήγημα: «τέλος στα Μνημόνια» και τώρα το αφήγημα άλλαξε απότομα, σκληρά, ιταμά και μη επαρκώς δικαιολογημένα σε: «Μνημόνιο»!!

 Ο Τσίπρας είναι παγιδευμένος μεταξύ αντιμνημονιακής και μνημονιακότατης ρητορείας, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει επαρκώς τη… γέφυρα! Προσπαθεί, αλλά πλέον το πολιτικό περιβάλλον δεν είναι καν αυτό.  Το περιβάλλον τώρα είναι: «Ευρώ ή Δραχμή». Ας ετοιμαστούμε για αυτό. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών θα τρέχουν με βάση αυτό το μεγάλο, διαφορετικό και πολύ σκληρό στην αντιπαράθεση και στη διαχείριση με επιχειρήματα, δίπολο. 

Και τώρα τί κύριε Πρωθυπουργέ; 

Τώρα χρειάζεται πραγματικά ηρεμία μέχρι να υπογραφεί το Μνημόνιο, σειρά έχει η ενασχόληση με το εσωτερικό της χώρας και τέλος η υποχρεωτική κατάρτιση Πλάνων Διαχείρισης Εθνικών Κρίσεων. Αν δεν καταρτιστούν αυτά τα πλάνα, τότε κόψτε τις μαγκιές με όλους: με τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς, τους Λιθουανούς, τον Γερούν και τον Σούλτς αλλά και με τους Τούρκους. Όταν ακούς τον Πρωθυπουργό της χώρας σου να λέει: «μα πώς να πάω στη δραχμή; Η χώρα δεν έχει καθόλου συναλλαγματικά αποθέματα», πρέπει να καταλάβεις ότι αυτή η χώρα μπάζει σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού από παντού! Αυτή η χώρα δεν έχει κανένα πλάνο, κανένα υπόβαθρο αντιμετώπισης εθνικών κρίσεων. Αν ο Πρωθυπουργός δουλέψει στην κατεύθυνση δημιουργίας υποδομών, τότε θα έχει κερδίσει έστω ένα στοίχημα: αυτό της εθνικής αξιοπρέπειας. Αν όχι, τότε τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καθόλου καλά για το λαό (πρωτίστως) και τον ίδιο.

9.7.15

« Γιατί πέτυχε η επικοινωνιακή στρατηγική του ΟΧΙ, στο δημοψήφισμα;»

Πέτυχε γιατί ο βασικός συντελεστής της την πήρε στα χέρια του και αυτός δεν ήταν άλλος από τον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος αναδεικνύεται σε εξαιρετικό χειριστή της επικοινωνίας.
Αυτή είναι και η βασική θεώρηση, αλλά ας δούμε πιο αναλυτικά τα στάδια που έκριναν την επιτυχία της καμπάνιας:


1.       Υπήρξε συνεχώς η σταθερή και σκληρή γραμμή στην υπεράσπιση του ΟΧΙ, χωρίς παλινωδίες. Όταν αποφασίζεις να κάνεις δημοψήφισμα και το ανακοινώνεις, το κάνεις δεν πας μπρος-πίσω, αυτό είναι μια βασική αρχή!  
2.       Η  επαρκής επεξήγηση του γιατί να ψηφίσει ο κόσμος ΟΧΙ, έγινε το άμεσο μήνυμα της καμπάνιας. Απλό και ξεκάθαρο μήνυμα.
3.       Υπήρξε επικοινωνιακή στρατηγική διαχείρισης του δημοψηφίσματος και φάνηκε έτσι ότι η απόφαση πάρθηκε με  σχεδιασμό. Κάθε βήμα ήταν σχεδιασμένο μέρα με την μέρα με δηλώσεις στελεχών και σχετικά ήρεμες παρουσίες των Κυβερνητικών στα ΜΜΕ.
4.       Ως εκ τούτου, ο Πρωθυπουργός με τα απανωτά διαγγέλματα αφόπλιζε τα επιχειρήματα του ΝΑΙ και ιδιαίτερα τις εμφανίσεις των πρώην Πρωθυπουργών.
5.       Έτσι, η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να φέρει το ερώτημα στα μέτρα της, δλδ., ναι ή όχι στο ευρώ. Η ρητορική της αντιπολίτευσης έπεσε στο κενό, γιατί το διακύβευμα είχε φροντίσει να το θέσει ξεκάθαρα ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας στο αρχικό διάγγελμα του, αλλά και να το επαναλαμβάνει συνεχώς.
6.       Η επικοινωνιακή αντιμετώπιση στα social media των θέσεων του ΝΑΙ ήταν σε γενικές γραμμές πιο σταθερή, τονίζοντας την εξαθλίωση από τα μνημόνια και τη φτώχεια,  χωρίς όμως  να λείψουν και όσοι κραύγαζαν και αποκαλούσαν γερμανοτσολιάδες του υπερασπιστές του ΝΑΙ. Από την άλλη οι υπερασπιστές του ΝΑΙ δεν είχαν μια κοινή (σταθερή) γραμμή επικοινωνίας εμφανίζοντας τους εαυτούς τους (σε αρκετές αναρτήσεις) υπεράνω όσων επέλεγαν να ψηφίσουν το ΟΧΙ και προσδίδοντας αρκετές φορές προσωπική βεντέτα με τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα για τον οποίο θα έστηναν κρεμάλες, ειδικά δικαστήρια κτλ. Αρκετοί παρασύρθηκαν και προσέδωσαν στους εαυτούς τους αρκετό ελιτισμό και ξερολισμό, έννοιες που δεν λένε κάτι, ειδικά στη μορφή του συγκεκριμένου δημοψηφίσματος.
7.       Η ταξικότητα (και άρα η πόλωση) που θα είχε το συγκεκριμένο δημοψήφισμα φάνηκε με το που ο Α. Τσίπρας είπε τις πρώτες λέξεις του Διαγγέλματος. Σε αυτή την ταξικότητα οι υποστηρικτές του ΝΑΙ έκαναν δυο τραγικά επικοινωνιακά λάθη: έβγαλαν στο λόγο τους υπεροχή έναντι όσων υπερασπιζόντουσαν το ΟΧΙ και άφησαν κομματικά στελέχη ειδικά της ΝΔ να αναβαπτιστούν μέσα από το δημοψήφισμα. Εξασφαλισμένη συνταγή να αποτύχεις. Όσο διάβαζα π.χ. εκφράσεις περί αληταριού/ κωλόπαιδου για τον Τσίπρα, των λάθος επιλογών που κάνουν οι φτωχοί της Λυμπεράκη, το αν συνδέεται η ορθογραφία στα Social Media με το τί θα ψηφίσει κάποιος υπονοώντας ότι αν κάποιος κάνει ορθογραφικά λάθη αυτόματα ψηφίζει και ΟΧΙ και άρα είναι εκ προοιμίου βλάκας αλλά και τα postαρίσματα του Κ. Μητσοτάκη (απανωτά γραφήματα του τι θα συμβεί σε περίπτωση επικράτησης του ΟΧΙ) αλλά και το περίφημο application του Μ. Βαρβιτσιώτη, καταλάβαινα ότι η πλάστιγγα έγερνε προς το ΟΧΙ.   
8.       Στα παραπάνω αν προσθέσουμε και την επιλογή των κεντρικών ΜΜΕ να παίξουν το παιχνίδι της προπαγάνδας, έχουμε πλήρως την εικόνα σε επίπεδο ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Στην προπαγάνδα των ΜΜΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κάτι έξυπνο: επέλεγε να στέλνει Κυβερνητικούς με ήπιο προφίλ που φαινομενικά «έτρωγαν το ξύλο» (πχ. Φίλης από Βορίδη), αλλά κέρδιζαν τις εντυπώσεις ανάμεσα στους υποστηρικτές του ΟΧΙ και τους αναποφάσιστους οι οποίοι ήταν αρκετοί μέχρι την τελευταία στιγμή περιμένοντας να αφουγκραστούν και να κρίνουν. Και έκριναν.
9.       Τέλος, εκεί που η επικοινωνία λειτούργησε άψογα ήταν στη διαχείριση του Φόβου. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν εκείνο το πρόσωπο που μπόρεσε να πείσει να μην φοβάται ο κόσμος και ότι θα τα καταφέρει. Έπεισε, γιατί έκανε το δημοψήφισμα, γιατί οι Τράπεζες ήταν κλειστές, γιατί δεν έπρεπε να δημιουργηθεί πανικός. Παρόλο που οι δημοσκοπήσεις και τα στοιχήματα του εξωτερικού έδειχναν άνετη επικράτηση του ΝΑΙ, εκείνος κατάφερε να φέρει 300.000 κόσμο στο Σύνταγμα. Αυτός ο κόσμος, ήταν η επισφράγιση ότι ξέρει να απασφαλίζει επικοινωνιακά τον Φόβο. Καθαρό πρόσωπο, ήρεμος αν και κουρασμένος,  φωνή που θυμίζει Ανδρέα στο μπαλκόνι αλλά και στον λόγο του στην τηλεόραση, σταθερή ματιά και σταθερά μηνύματα. Αυτή η επικοινωνιακή διαχείριση του Φόβου που ξετύλιξε ο Τσίπρας δεν κατάφερε μόνο το να κερδίσει το Δημοψήφισμα αλλά και να τελειώσει πολιτικά τον Αντώνη Σαμαρά αλλά και να περιορίσει δραματικά το ΚΚΕ καθώς οι ψηφοφόροι του δεν ψήφισαν στην πλειοψηφία τους τη γραμμή του κόμματος.  

Κλείνοντας, να πούμε ότι η επιλογή του προεκλογικού συνθήματος με την περίφημη Ελπίδα που έρχεται, αποδεικνύεται ότι ακόμα καλά κρατεί! Και κερδίζει!

Βέβαια τώρα αρχίζουν τα δύσκολα αλλά έχω την αίσθηση ότι οι ψηφοφόροι του ΟΧΙ το γνωρίζουν! 

20.6.14




Άρθρο της Κέλλης Κολιγιώργα, Επικοινωνιολόγου


Το ορμητικό ΠΟΤΑΜΙ

Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη ιδρύθηκε 3 μήνες πριν από τις Ευρωεκλογές και κατάφερε να συγκεντρώσει 378.000 ψήφους. Η ξαφνική εμφάνισή του στο προεκλογικό πολιτικό προσκήνιο προκάλεσε την περιέργεια, τον ενθουσιασμό αλλά και τη δυσπιστία των πολιτών ως προς τα κίνητρά του.  

Όμως η επικοινωνιακή στρατηγική που ακολούθησε σε συνδυασμό με την ανάγκη των πολιτών για αλλαγή κατάφεραν να αναδείξουν το Ποτάμι πέμπτη πολιτική δύναμη με ποσοστό 6,60%.

Το κύριο συστατικό της επικοινωνιακής και πολιτικής επιτυχίας του συγκεκριμένου κόμματος ήταν και είναι το πρόσωπο του ιδρυτή του. 
Ο Σταύρος Θεοδωράκης, πρώην δημοσιογράφος και νυν πολιτικός, έγινε ευρέως γνωστός μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Ως άνθρωπος της τηλεόρασης, γνώριζε πώς να ‘χρησιμοποιήσει’ υπέρ του την αναγνωρισιμότητά του.

Επιπλέον, η σύνθεση του ευρωψηφοδελτίου (καταξιωμένοι επιστήμονες, καθηγητές, επιτυχημένοι επαγγελματίες, ακτιβιστές, protagoνιστές, άνθρωποι με πολιτική δράση μέσω δημοσίων παρεμβάσεων και αρθρογραφίας) και ο τρόπος παρουσίασης των ονομάτων (ανακοίνωση των υποψηφίων σε δόσεις) κατάφεραν να τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και των ψηφοφόρων.

Επίσης, η προεκλογική εκστρατεία βασίστηκε στη δύναμη της εικόνας, του προφορικού λόγου και στην απήχηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χτίζοντας μια πιο άμεση σχέση με τους πολίτες. Οι πολιτικές θέσεις του κόμματος δημοσιεύονταν μέσω βίντεο κυρίως και όχι μέσω γραπτών κειμένων. 

Επιπροσθέτως, το εύστοχο επικοινωνιακά σύνθημα «Πολιτική για όλους» συνέβαλε στην ανάδειξη του κόμματος, παίζοντας διττό ρόλο. Από τη μια πλευρά, υποδήλωνε την παρουσία επαγγελματιών πολιτών και όχι επαγγελματιών πολιτικών στο ψηφοδέλτιο και από την άλλη πλευρά κατάφερε να παρουσιάσει το Ποτάμι σαν ένα καταφύγιο για τους δυσαρεστημένους πολίτες, πρόθυμο να δεχθεί τους αναποφάσιστους αλλά και όσους ψήφιζαν τις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στην επιλογή των πολιτικών σποτ. Το Ποτάμι έπαιξε το επικοινωνιακό παιχνίδι «της πρώτης φοράς» και κέρδισε, προκαλώντας χαμόγελα συμπάθειας και θύελλα αντιδράσεων, καταφέρνοντας να γίνει θέμα συζήτησης.

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την επιτυχία της προεκλογικής επικοινωνιακής στρατηγικής του κόμματος.  Όμως το Ποτάμι θα κριθεί από την μετεκλογική πολιτική στρατηγική του αποσαφηνίζοντας το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα του. Έχει την ευκαιρία να δείξει τις προ-θέσεις του με την πενταετή θητεία των Ευρωβουλευτών του και την πιθανή συμμετοχή του στις Εθνικές εκλογές.


Το Ποτάμι διαθέτει τη γοητεία του καινούριου καθώς δεν έχει πολιτικό παρελθόν. Θα πρέπει, λοιπόν, να αποδείξει ότι δεν είναι επικοινωνιακό φαινόμενο αλλά πολιτικό φαινόμενο. Θα τα καταφέρει; 

19.6.14

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ και η επικοινωνία του


Το κόμμα του Σταύρου Θεοδωράκη ήρθε για να μείνει ή θα έχει την τύχη της ΔΗΜΑΡ/ΑΝΕΛ/ΛΑΟΣ; 
Είναι πυροτέχνημα που έκανε τη λάμψη του στις πρόσφατες ευρωεκλογές ή θα καταφέρει να μπει και στην Βουλή; 
Πού ανήκει στην Κεντροαριστερά, στην Κεντροδεξιά ή στους Φιλελεύθερους; 

Πολλά τα ερωτήματα που τέθηκαν πριν τις ευρωεκλογές και ακόμα κάποια περιμένουν απαντήσεις μέχρι και τις επικείμενες Εθνικές εκλογές.  

Πολλοί, θεωρούν ότι ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ είχε νεφελώδη επικοινωνιακή στρατηγική και δεν ξεκαθάρισε το στίγμα του.
Κι όμως! ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ είχε ξεκάθαρη επικοινωνιακή στρατηγική και του βγήκε 101%! Περίπου 400.000 ψήφοι σε λιγότερο από 3 μήνες, δεν το λες και αποτυχία.

Πώς το πέτυχε λοιπόν; Επενδύοντας:

Στο πρόσωπο του Σταύρου Θεοδωράκη με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της εικόνας του και της ξεκάθαρης θέσης του: «φεύγω από τη δημοσιογραφία και η δουλειά μου τώρα είναι η πολιτική». Τοποθετήθηκε όπως έπρεπε απέναντι στους πολίτες. Δεν πάτησε σε δυο βάρκες, αλλά ξεκαθάρισε τη στάση του από την αρχή. Ας μην ξεχνάμε ότι οι πολίτες εμπιστεύονται ακόμα τους πολιτικούς που ως κύριο επάγγελμά τους είναι η πολιτική και όχι κάτι άλλο και η πολιτική μαζί.

Στην κεφαλαιοποίηση της δημοσιογραφικής πορείας του Σ. Θεοδωράκη μέσα από τους Πρωταγωνιστές. Πρόσωπα της καθημερινής πάλης που έψαχναν και αναζητούσαν μια νέα πολιτική έκφραση, που εξέφραζαν τις αγωνίες τους, τις ελπίδες και τα όνειρα τους. Οι ιστορίες των Πρωταγωνιστών στην Πραγματικότητα.

Σε πρόσωπα πολιτικά άφθαρτα και όχι πολιτικούς γυρολόγους (με κομματική προέλευση, ναι), με έργο και επαγγελματική πορεία, με προτάσεις και λόγο.  

Σε θέσεις που δεν δήλωναν το πολιτικό προφανές, δλδ. «ανήκω στο Κέντρο και η ταυτότητα μου είναι αυτή», αλλά «αν εκλεγώ θα συζητήσω με όλες τις δυνάμεις στην Ευρωβουλή και μετά θα αποφασίσω», δηλώνοντας έτσι ότι τίποτα στην πολιτική δεν είναι σταθερό-θέσφατο αλλά υπό διαμόρφωση. ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ δεν έδειξε, από την αρχή βόλεμα αλλά διαπραγμάτευση και μετά απόφαση.

Στην below the line έννοια του «τρίτου πόλου» μεταξύ ΝΔ/ΕΛΙΑ και ΣΥΡΙΖΑ, που μετά τις πρόσφατες εκλογές ο Στ. Θεοδωράκης εξέφρασε ανοιχτά. Το καινούριο που χτιζόταν επικοινωνιακά από ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη την πολιτική για να επιβιώσουν, κατάφερε να μετουσιωθεί σε ποσοστό και άρα να δείξει ότι κάτι καινούριο έρχεται να εισχωρήσει στο πολιτικό σύστημα που ίσως καταφέρει και να μείνει.

Στην επιλογή συγκεκριμένης ομάδας που εμφανιζόταν στα ΜΜΕ και διαμόρφωνε εικόνα στα social media. Ομάδα κατάλληλα εκπαιδευμένη να χειρίζεται, να διαμορφώνει, να εκτελεί.

Στην ήπια αντιμετώπιση της όποιας κριτικής δέχθηκε ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ και ο Στ. Θεοδωράκης από τα ΜΜΕ και στην επιλογή της μη εμπλοκής.

Σε μια ήπια και με χρονικό προγραμματισμό επικοινωνιακή στρατηγική στην ανακοίνωση των ονομάτων που αποτέλεσαν το ευρωψηφοδέλτιο με στόχο τη σταδιακή εξοικείωση με τα πρόσωπα.

Τέλος, σε μια πολιτική επικοινωνία που χαρακτηρίστηκε από απλότητα, σεμνότητα, φιλικότητα, σαφήνεια, φρεσκάδα (ναι, φρεσκάδα ήταν και η πρώτη φορά του spot!), απουσία μεγαλοστομιών, κορόνων και βαρύγδουπων θέσεων επί παντός επιστητού. 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, λοιπόν, είχε ξεκάθαρη επικοινωνιακή στρατηγική στις πρόσφατες εκλογές. Και όποιος δεν το έβλεπε ή έκανε πώς δεν το έβλεπε, δύο τινά συνέβαιναν: ή δεν έλεγε την αλήθεια ή φοβόταν να την παραδεχτεί. 

19.2.13

Η Κραυγή των Παιδιών

Του Στάθη Διομήδη,

Με αφορμή τις ληστείες στην Κοζάνη και τη σύλληψη των τεσσάρων νεαρών, κατηγορούμενων και για τρομοκρατία, χύθηκε πολύ μελάνι, χρησιμοποιήθηκε πολύς τηλεοπτικός χρόνος αλλά κανένας προβληματισμός δεν τέθηκε για το πώς έφθασαν τα παιδιά εδώ. Να θεωρούν την τρομοκρατία λύση, να θεωρούν τον τσαμπουκά λύση, να θεωρούν τη συμμορία λύση;
Αυτό θα έπρεπε να είναι το ερώτημα που κράτος, εκπαιδευτικοί, γονείς και κοινωνία, θα έπρεπε να απαντήσουν και να λύσουν άμεσα, καθώς εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα γίνει ανεξέλεγκτη.

Η σημερινή γενιά, οι σημερινοί μαθητές και φοιτητές, οι σημερινοί 20αρηδες, είναι ότι καλύτερο έχει βγάλει τούτη η χώρα από τη μεταπολίτευση έως σήμερα. Παιδιά μορφωμένα, παιδιά με άποψη, παιδιά με σεβασμό. Ποιο είναι όμως το οξύμωρο; Με όλα αυτά τα στοιχεία, που για πρώτη φορά έχει ελληνική νεολαία, ένα σημαντικό τμήμα της στράφηκε στη βία. Από αυτό το τμήμα της νεολαίας,  όσοι έχουν υψηλότερο μορφωτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο στρέφονται στην επονομαζόμενη και ένοπλη πάλη ενάντια στη «βία της εξουσίας και το σύστημα» και όσοι έχουν χαμηλότερο μορφωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο στρέφονται στη βία του τσαμπουκά της Χρυσής Αυγής ενώ ένα τρίτο μέρος επιλέγει την αυτόνομη πορεία του όχλου, του χουλιγκανισμού και της συμμορίας.

Γιατί φθάσαμε όμως εδώ; Γιατί πολύ απλά καμία πολιτική ηγεσία αλλά και καμία κρατική εξουσία δεν έδωσε όραμα και ελπίδα σε τούτη τη γενιά. Άντρο διαπλοκής, διαφθοράς και αναξιοκρατίας η εκτελεστική εξουσία. Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δε στάθηκε δίπλα στο νέο, δεν του δημιούργησε κριτική σκέψη, δεν ενδιαφέρθηκε για την κοινωνική ένταξη και πολύ περισσότερο δεν ασχολήθηκε με την ψυχή των νέων. Άντρο γραφειοκρατίας, ωχαδερφισμού και ανικανότητας το εκπαιδευτικό σύστημα, ιδιαίτερα και προγράμματα ο στόχος των εκπαιδευτικών. Ενώ τέλος στο σπίτι καθημερινή θέμα πως θα αυξηθεί το εισόδημα με κάθε τρόπο και μέσο. Όνειρο έγινε το τζιπ και το εξοχικό στη Μύκονο, όραμα η είσοδος στα σαλόνια της «καλής» κοινωνίας με κάθε κόστος. Ουσιαστικά το σπίτι έγινε το πάρκινγκ ψυχών των νέων με απούσα την αγάπη, τη θαλπωρή, τις αξίες και τους στόχους.

Είναι το πλέον φλέγον ζήτημα κατά τη γνώμη μου, που αφορά το μέλλον της χώρας. Η νέα γενιά είναι η ελπίδα της πατρίδας. Δεν μπορεί να στρέφεται, στη βία, την τρομοκρατία, την εγκληματικότητα και να κάνουμε πως δε βλέπουμε. Το 2008 με αφορμή τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, οι νέοι το βροντοφώναξαν: «ακούστε μας». Φωνή βοώντος εν τη ερήμω όμως. Και τώρα απλά ασκούμε σκληρή κριτική και θα στέλνουμε στο πυρ το εξώτερον όσους νέους έχουν κάνει τέτοιου είδους επιλογές.

Τι τους ανάγκασε άραγε να πάρουν τα όπλα; Ενδιαφέρει κανέναν στην πολιτική ηγεσία ή στο εκπαιδευτικό σύστημα; Ενδιαφέρει κανέναν ότι η συνεχιζόμενη και εντεινόμενη εξαθλίωση θα φέρει χειρότερα αποτελέσματα; Ενδιαφέρει κανέναν ότι άλλοι νέοι παίρνουν τα όπλα, άλλοι μπαίνουν σε συμμορίες, άλλοι κυνηγούν μετανάστες και άλλοι φεύγουν στο εξωτερικό,

Δεν δίνω σε καμία περίπτωση άφεση αμαρτιών σε όσους έχουν επιλέξει παραβατική συμπεριφορά, και σαφώς θα πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος, είτε επειδή η βία γίνεται δεύτερη φύση τους είτε επειδή με μια ιδεολογική επίφαση «κραδαίνουν τα κουμπούρια» εις το όνομα της εναντίωσης του συστήματος. Και στην περίπτωση των ληστειών στην Κοζάνη, υπήρξε ακόμη και ομηρία πολίτη. Όμως υπήρξε και βαρύς οπλισμός ο οποίος ενίοτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί, με ανεξέλεγκτες συνέπειες….

Όμως πρέπει να σκύψουμε άμεσα το κεφάλι πάνω από το τι συμβαίνει στη νέα γενιά όχι μόνο για να προλάβουμε χειρότερα γεγονότα αλλά για να τους δώσουμε τη δύναμη, το δικαίωμα, και πολύ περισσότερο τη δυνατότητα να πάρουν τη χώρα στις πλάτες τους και να τη βγάλουν από τη μιζέρια και την εξαθλίωση που την έφεραν οι επιλογές των τελευταίων δεκαετιών.

Και όμως η μόνη ελπίδα που έχει η χώρα είναι η νέα γενιά. Ας ακούσουμε τους νέους με σεβασμό, και ας τους δώσουμε το δικαίωμα της πρωτοβουλίας μέσα στα πλαίσια πάντα της Δημοκρατίας και της νομιμότητας.

Υ.Γ. Με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, το Δεκέμβρη του 2008, είχα γράψει ένα άρθρο με τίτλο: «Ακούστε τους νέους, ακούστε τα παιδιά». Και ανέφερα πιο συγκεκριμένα: «Δώστε τους βήμα να σας πουν ότι απέτυχαν οι πολιτικοί να τους δώσουν όραμα, απέτυχαν οι δάσκαλοί τους να τους δείξουν όνειρα, απέτυχαν οι γονείς τους να τους ανοίξουν τα φτερά και να πετάξουν, απέτυχαν σε όλα…» συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό μου μέσα σε εκείνους που δεν ακούν.
Και τότε κανείς δεν άκουγε και φοβάμαι πολύ ότι και σήμερα κανείς δεν ακούει…

Υ.Γ. 2 Όπως και στην περίπτωση στις Σκουριές με τα μεταλλεία Χρυσού, κανένας δεν μπορεί να με πείσει ότι η επίθεση σε εργαζόμενους, ο εμπρησμός, οι καραμπίνες, οι πυροβολισμοί, η βία, το κάψιμο και κόψιμο δέντρων είναι επαναστατική κίνηση ενάντια στα συμφέροντα. Κανείς δεν μπορεί να με πείσει ότι όλα αυτά είναι αντίσταση στο ξεπούλημα, είναι ανδρεία, είναι περιβαλλοντική προστασία.
Για μένα απλά είναι βούτυρο στο ψωμί του αυταρχικού κράτους και των συμφερόντων. Τέτοια "αβάντα" στο κράτος και στη συγκεκριμένη εταιρεία δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος για να δοθεί...

8.1.13

Advantages of Candidates Branding Early: A True Story

Political candidates who want to be successful in building online support need two things – resources and time. Just like an offline campaign, campaign success comes about by creating a brand for a candidate.
Think about any consumer product. The brand surrounding the product is the result of years of advertising. Everyone knows Coca-Cola and McDonalds, yet they still advertise year in and year out.
We often hear from candidates that they wished they had started campaigning online earlier. A few weeks before Election Day did not give them enough time to build advertising momentum or to generate enough support to win the race.
Starting a campaign website a month or two out from Election Day may work for some local elections, but it’s just not enough time for any campaign site to gain traction. Just starting a website doesn’t guarantee results. It takes tome for your site to appear in the search engines when someone searches for your name – even if you have a matching domain name! Without any link-building or social media effort, a site might never rank well.
That’s one of the reasons why we include long-term hosting in our packages, rather than charging month-to-month. The earlier you get started, the more time you have to brand yourself online and dominate the online arena over your opponent. In most cases, you won’t get the exposure you need in one or two months. Unless you have a large amount of resources, building an online brand (or cleaning up an existing online reputation) takes more time than you might think.
Here’s a story about a candidate who started the branding process early.
John (not his real name) was a first-time candidate who decided to run against an entrenched opponent. He started early, and worked hard to brand himself. He started up his campaign website nearly a year ahead the election and started using social media to build a following.
With some work, John was able to dominate the search results for both his name and the position he was running for. In fact, his site appeared on Google with additional sitelinks. (Those are search results where you find additional links for the site under the main search result.)
By creating good content for his site, using social media to promote himself and campaigning hard in the real world, John built up a strong level of support in his community. The silver lining is that John’s branding worked. He ended his campaign with a much higher public profile than he had a year earlier. He made quite a showing on Election Day.
Unfortunately, the incumbent won the election. But for an unknown, first-time candidate, John performed extremely well. He pulled in more votes than any opposition had done in years.
The long-term branding effort worked. Despite his loss, John has kept his campaign site to solidify the branding he already created. He will continue to keep in touch with his supporters online to help him give him an edge in the next election.
We wish him all the best in his next campaign.
Branding. Start it early, maintain it throughout your campaign, and keep it going after Election Day.

5.12.12

1.500.000 ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς εκπροσώπηση.


Άρθρο του Στάθη Διομήδη για τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ.










"Σχεδόν 1.500.000 ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς εκπροσώπηση στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος…"


Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την πρώτη σοβαρή προσπάθεια να γίνει ενιαίο κόμμα οργανώνοντας την πανελλαδική συνδιάσκεψη. Για να ενοποιηθεί ένα κόμμα όμως θέλει δουλειά πολύ, έξοδο από τα χαρακώματα δεκαετιών, πολύ καλή ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας και πάνω από όλα θέλει ανοικτά μυαλά και διάθεση.

Είναι σημαντική η προσπάθεια που ξεκίνησε. Όμως τα αποτελέσματα δείχνουν πως χρειάζεται πολύς δρόμος ακόμη.

Απόδειξη αυτού είναι ότι δημιουργήθηκε και ψηφίστηκε μία διακήρυξη που όμως ήταν προϊόν συρραφής και όχι σύνθεσης με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ξεκάθαρες θέσεις αλλά γενικόλογες αναφορές σε μια σειρά από ζητήματα.

Ειδικά σε ότι αφορά τα θέματα εξωτερικής πολιτικής οι ιδεοληψίες του παρελθόντος μαζί με την αναγκαία συρραφή λόγω διαφωνιών, περισσότερο μπερδεύουν παρά ξεκαθαρίζουν τις θέσεις.

Η διακήρυξη αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι να ασχοληθεί επί της ουσίας και να πάρει θέση ξεκάθαρη σε θέματα όπως το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά, το σκοπιανό. Αποτέλεσμα αυτής της λογικής, η επιτροπή της διακήρυξης επέβαλλε να μην φθάσουν καν στο σώμα της συνδιάσκεψης, να μην αναγνωσθούν και να μην τεθούν σε ψηφοφορία προσθήκες όπως πχ: «Άμεση ανακήρυξη ΑΟΖ σε όλη την επικράτεια», «Επανενεργοποίηση και ισχυροποίηση του Ενιαίου Αμυντικού και Οικονομικού Δόγματος Ελλάδας Κύπρου» ή «Υπερήφανη Εθνική πολιτική που θα αποτρέπει τον τουρκικό επεκτατισμό». Αυτή η επιλογή να μην τεθούν ούτε σε ψηφοφορία ούτε καν προς γνώσιν του σώματος, δείχνει το φόβο, το νεφέλωμα και την αδυναμία σύνθεσης που υπάρχει στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Ο δρόμος για την ενοποίηση είναι μακρύς. Αυτό αποδεικνύεται και από την ίδια την ψηφοφορία για την εκλογή μελών της κεντρικής επιτροπής. Πιο συγκεκριμένα το μόνο ενιαίο που υπήρχε στην ψηφοφορία ήταν το χαρτί στο οποίο είχαν γραφεί τα ονόματα των υποψηφίων και οι δύο παρατάξεις που συμμετείχαν στις εκλογές!

Η επιβολή ξεχωριστών παρατάξεων στο ψηφοδέλτιο έγινε με συμφωνία μεταξύ ηγεσίας και ρευμάτων και ουσιαστικά απαγορεύτηκε να μπει σε ψηφοφορία εάν θα υπάρξει ενιαίο ψηφοδέλτιο ή ξεχωριστές παρατάξεις. Η πλειοψηφία των συνέδρων ζητούσε ενιαίο ψηφοδέλτιο και να αποφασίσει το σώμα της συνδιάσκεψης πως θα γίνει η διαδικασία. Δεν κατέστη δυνατόν όμως καθώς καμία πλευρά δεν ήθελε κάτι τέτοιο!!!

Αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι ενώ έχει ψηφιστεί από τη συνδιάσκεψη για συμμετοχή 301 μελών στην κεντρική επιτροπή (226 μελών εκλεγμένων και 75 αριστίνδην) ήδη έχουν φθάσει τα 317!! Δηλαδή 16 περισσότερα. (76 αντί για 75 στους αριστίνδην και 242 αντί 225 για την πλήρη «και καλά» εκπροσώπηση των περιφερειών!!!)

Ακόμη περισσότερο αποδεικνύεται ότι είναι μακρύς ο δρόμος της ενοποίησης από το ίδιο το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Από τα 317 μέλη της Κ.Ε. πάνω από τα 300 προέρχονται από τις συνιστώσες και είναι μέλη τους. Δηλαδή το 1.450.000 λαού, το 90% των ψηφοφόρων  του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι τον ψήφισαν για πρώτη φορά εκπροσωπείται και εκφράζεται στο ανώτατο πολιτικό όργανο του κόμματος από 15 ανθρώπους το πολύ στους 317. Δηλαδή από το 5%!!! Και εάν δεν ήταν και τα αριστίνδην μέλη της Κ.Ε. ούτε το 1% δεν θα συμμετείχε! Αντιθέτως το 10% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ κατέχει το 95% της κεντρικής επιτροπής!!! Ε δεν το λες και άνοιγμα αυτό!!! Και όταν υπάρχει αναντιστοιχία κόμματος και κοινωνίας είναι γνωστό τι συμβαίνει…

Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι ο Λαφαζάνης δήλωνε στα ΜΜΕ ότι θα κατέβει με σταυρό υποψήφιος για την κεντρική επιτροπή αλλά τελικά επέλεξε τη σιγουριά και πήγε αριστίνδην ενώ αντιθέτως κατέβηκε ο Τσίπρας υποψήφιος με σταυρό!

Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Τσακαλώτος βγήκε πρώτος μετά από τον Τσίπρα με 971 σταυρούς! Υποθέτω για τους «αγώνες» του στην Αριστερά υπέρ του λαού και της Πατρίδας… ή ίσως επειδή ήταν μαθητής του Στουρνάρα στην Οξφόρδη… Αντίθετα ο Παναγούλης δεν εκλέχθηκε καθώς έλαβε μόλις 162 ψήφους, 70 λιγότερους από τον τελευταίο εκλεγέντα, πληρώνοντας την παρρησία του και το «θράσος του» να τα βάλει με τους καναλάρχες…

Παρ’ όλες τις αδυναμίες, τους φόβους και τους αρτηριοσκληρωτισμούς που υπάρχουν σε πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας απόψε και τον Στουρνάρα στον Παπαχελά έχω καταλήξει ότι  σήμερα υπάρχει μόνο ΜΙΑ ελπίδα και αυτή είναι ο Τσίπρας.

Υ.Γ «Δεν παύει ο Λαφαζάνης να εκφράζει και επίσημα πλέον το 26% 35.000 μελών και 1,6 εκ. ψηφοφόρων»!!! αναφέρει σε σχόλιό του ένας αναγνώστης του iskra.gr.
Δηλαδή:  26% ο Λαφαζάνης, 50% ο Τατσόπουλος… πάλι καλά που μένει και ένα 24% να εκφράσει ο Τσίπρας!!!

3.12.12

Η Χρυσή Αυγή και ο Ε.Βενιζέλος.















Ένα μεγάλο πολιτικό λάθος πρόκειται να κάνει ο Πρόεδρος του, πάλαι ποτέ, ΠΑΣΟΚ: να ηγηθεί της προσπάθειας για να τεθεί η ΧΑ εκτός νόμου.

Φαίνεται ότι στην Ιπποκράτους δεν έχουν ακόμα αποκτήσει αίσθηση της κοινωνίας και των ιστορικών αλλαγών που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 2 χρόνια. Φαίνεται ότι το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε ποτέ να επανακτήσει την επικοινωνία που είχε με τα λαϊκά και μεσαία στρώματα μέχρι και το 2000. Φαίνεται έτσι περίτρανα ότι οι κινήσεις Ε. Βενιζέλου "βουλιάζουν" το κόμμα στο 5%, δημιουργώντας μη αναστρέψιμα ποσοστά.

Η απώλεια της επικοινωνίας κοινωνίας-κόμματος, έχει αφήσει αχαρτογράφητα τα νερά για την πολιτική Ιθάκη του Ε. Βενιζέλου. Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε την κίνησή του να τεθεί ως ο πολέμιος κατά της ΧΑ; Είναι κατανοητό ότι οι κινήσεις του είναι πλέον περιορισμένες, καθώς ο πυρήνας του ΠΑΣΟΚ, αλώθηκε από το ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ. Είναι επίσης κατανοητό πως όταν δεν μπορείς να κάνεις πολιτικές κινήσεις, επιλέγεις να κάνεις επικοινωνιακό θόρυβο για να στρέψεις την κοινή γνώμη υπερ σου. Αλλά τις περισσότερες φορές κάνεις επικοινωνιακή πατάτα. Και αυτή η κίνηση Βενιζέλου, θα αποδειχθεί επικοινωνιακή πατάτα για τους εξής λόγους:
  1. Δεν έχουν αναλυθεί πλήρως τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της ΧΑ και της επιρροής που ασκεί σε λαϊκά και μεσαία στρώματα, τα οποία αποτελούσαν υποστηρικτή του ΠΑΣΟΚ.
  2. Δεν έχουν γίνει κατανοητά τα κοινωνικά κίνητρα της δημοσκοπικής ανόδου της ΧΑ, τα οποία την καθιστούν 3ο κόμμα.
  3. Δεν έχουν μελετηθεί τα ψυχολογικά κίνητρα των ψηφοφόρων που επιλέγουν τη ΧΑ.
  4. Δεν έχει δημιουργηθεί μια επικοινωνιακή στρατηγική που να ενημερώσει πρώτα τους πολίτες τί είναι η ΧΑ και ποιές οι θέσεις της, ώστε να γίνουν ομαλά οι όποιες κινήσεις.
  5. Δεν έχει δημιουργηθεί μια ιδεολογική πλατφόρμα που να απαντά απόλυτα και ικανοποιητικά στις πολιτικές θέσεις της ΧΑ. Με αφορισμούς και videakia δεν γίνεται δουλειά.
  6. Δεν έχει οικοδομηθεί ένα προφίλ του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, τέτοιο ώστε να προετοιμάσει τους πολίτες για τις κινήσεις του. Ο κόσμος πλεον δεν έχει κοντή μνήμη. Θυμάται την πολιτική διαδρομή του Ε. Βενιζέλου, την επιβολή του χαρατσιού, την υπεράσπιση του Μνημονίου και άλλα πολλά που έχουν ουσιαστικά φτωχύνει τον πολίτη και άρα τον έχουν "ρίξει" στην δεξαμενή της ΧΑ.
  7. Δεν έχει δημιουργηθεί εκείνο το πολιτικό προσωπικό εντός του ΠΑΣΟΚ, ώστε ο πολίτης να αναγνωρίσει ότι οι όποιες κινήσεις εναντίον της ΧΑ έχουν βάθος, συνέχεια, αιτιολόγηση και συνέπεια.
Είναι ηλίου φαεινότερο, ότι οι κινήσεις του Ε. Βενιζέλου είναι αποσπασματικές, πρόχειρες, αυτάρεσκες, καταιδρωμένες και θα τον οδηγήσουν μια ώρα αρχύτερα στον πολιτικό Καιάδα. Από την άλλη, αυτή που θα βγει κερδισμένη θα είναι η ΧΑ. Τί θα κάνει; απλά θα ετοιμάσει έναν άλλο φορέα και θα ξαναμπεί στη Βουλή. Αυτό ως προς το πρακτικό κομμάτι. Γιατί, ως προς το επικοινωνιακό θα στρέψει όλες τις κινήσεις της εναντίον του προσώπου του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και των σκανδάλων που κοσμούν τον χώρο του ΠΑΣΟΚ.
Σοφά και έξυπνα, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ "σφυρίζουν" αδιάφορα για την πρωτοβουλία του Ε. Βενιζέλου.

22.11.12

"Η Ελλάδα στη δίνη της κοινωνικής κρίσης."

Η εικόνα μιας χώρας σε ελεύθερη πτώση είναι αυτή που σκιαγραφεί με έρευνά του, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

Η έκθεση παρουσιάστηκε την Τετάρτη σε εκδήλωση με τίτλο «Η Ελλάδα στη δίνη της κοινωνικής κρίσης», που διοργάνωσε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, σε συνεργασία με την Ένωση Ακολούθων Τύπου και την Ένωση Αποφοίτων ΕΣΔΔΑ στην αίθουσα Συνεδρίων της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.

Και ποια είναι η ζοφερή εικόνα της χώρας, μετά από τρ
ία προγράμματα διάσωσης; Ιδού: «25% σωρευτικά περίπου η ύφεση, όσο 1,5 παγκόσμιος πόλεμος, 25% η ανεργία, η φτώχια στατιστικά έχει φτάσει στα ίδια επίπεδα, 30% ο κοινωνικός αποκλεισμός, 1,5 εκατομμύριο οι άνεργοι, 2 εκατομμύρια οι φτωχοί, 55% των νέων άνεργοι, 3 στους 4 ανέργους πάνω από τριάντα ετών».

Αυτοί είναι οι αριθμοί και τα ποσοστά «που προσδιορίζουν με έναν τεχνικό τρόπο τη φτώχεια και την ανεργία» όπως ανέφερε ο διοικητής του ΟΑΕΔ Ηλίας Κικίλιας, παρουσιάζοντας μέρος της έκδοσης. Για να συμπληρώσει ότι, πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν οι φωνές των ανέργων, των φτωχών, των κοινωνικά αποκλεισμένων, που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη έκδοση.
Ειδικά στις οικογένειες με παιδιά που και οι δύο γονείς είναι άνεργοι το ποσοστό της φτώχειας είναι 57,8%, ενώ ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι ότι το 1/3 του ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας που υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκαν κατά τα έτη 1991-2008 χάθηκαν κατά την τελευταία διετία.

14.11.12

«Δε θέλω να είμαι αυτός που θα κρεμάσουν στο Σύνταγμα».

Λάβαμε το παρακάτω άθρο του Στάθη Διομήδη και το δημοσιεύουμε. Δίνει τη δική του ματιά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Στάθης Διομήδης

Τελικά η υποκρισία στον πολιτικό κόσμο της συμπολίτευσης δεν έχει όρια. Αρκούσε μια φράση του Στάθη Παναγούλη για να βάλει «φωτιά στα τόπια»! Τι είπε όμως που τόσο πολύ ενόχλησε τον καθωσπρεπισμό των κυβερνώντων και των γνωστών παπαγαλακίων των ΜΜΕ: ««εάν θέλετε πράγματι να βρούμε τα κλεμμένα, ας ψαχτούμε πρώτα εμείς εδώ μέσα από το ’74 μέχρι σήμερα» και αφού διευκρίνισε πρώτα πως εκφράζει την προσωπική του άποψη και όχι του ΣΥΡΙΖΑ ή του Αλέξη Τσίπρα, συμπλήρωσε:  «να παρακαλάτε να περάσετε από ειδικό δικαστήριο. Αυτό σας εύχομαι και εγώ προσωπικά, παρά να βρείτε ορισμένοι από εσάς το τέλος του πρεσβευτή των ΗΠΑ πριν λίγους μήνες στη Λιβύη. Καλή σας τύχη».

Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για τον Παναγούλη είπε ότι ακριβώς λένε στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους πολλοί βουλευτές της συμπολίτευσης.
Δεν υιοθετώ τη φράση του Παναγούλη, άλλωστε εγώ είμαι υπέρ της δικαιοσύνης και των ΔΙΚΑΙΩΝ δικών, αλλά δεν μπορώ να υιοθετήσω και την υποκρισία των «θιγμένων».

Ναι, εμπεριέχει υπερβολή η αναφορά του, στο τραγικό τέλος του πρέσβη στη Λιβύη.
Ναι πράγματι σόκαρε αυτή η αναφορά. Φαίνεται ότι η συναλλαγή με συμφέροντα ντόπιου και ξένου κατεστημένου, δεν αφήνει χρόνο σε μεγάλη μερίδα βουλευτών να ακούσουν όμως τι λέει και ο Λαός. Γιατί πλέον μεγάλη μερίδα κόσμου, απαιτεί τιμωρία και μάλιστα παραδειγματική όσων έφεραν την πατρίδα και το Λαό σε αυτή την κατάσταση.

Πράγματι για αυτή την λεκτική υπερβολή του Παναγούλη εξοργίσθηκαν κυρίως οι κυβερνητικοί βουλευτές. Κανέναν όμως δεν ενόχλησε η αναφορά του Παναγούλη σχετικά με το ότι τα κλεμμένα του Ελληνικού Λαού βρίσκονται σε τσέπες κάποιων που πέρασαν από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Γιατί άραγε δεν ενόχλησε κανέναν αυτή η αναφορά;

Δεν το άκουσαν; Δεν το καταλάβαν; Συμφωνούν; Είναι έτσι άρα ποιος να ασχοληθεί; Ή μήπως αντέδρασαν για τον πρέσβη ώστε να χαθεί από τη δημοσιότητα η καταγγελία του Παναγούλη για τα κλεμμένα; Θα είχε ενδιαφέρον να μας απαντήσει κάποιος από τους «θιγέντες»… Μήπως τελικά το μένος που υπήρξε από τους συναδέλφους του ήταν γιατί τους είπε ότι αυτοί τα ΈΦΑΓΑΝ;

Στις 22/10 ο Στουρνάρας είχε δηλώσει ότι: «H μόνη σωτηρία είναι η δόση, αν δεν την πάρουμε θα πεινάσουμε» ενώ στις 19/8 ο Στουρνάρας είχε δηλώσει ότι:  «δε θέλω να είμαι αυτός που θα κρεμάσουν στο Σύνταγμα». Σιγή ιχθύος από το κατεστημένο. Δεν ενόχλησε κανέναν.

Στις 26/6/2011 είχε κάνει την παρακάτω δήλωση ο τότε Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Πάγκαλος: «Αν δεν ψηφιστεί το μεσοπρόθεσμο θα γυρίσουμε στη δραχμή και θα χρειαζόταν τα τανκς να προστατεύσουν τις τράπεζες από τους πολίτες». Σιγή ιχθύος από το κατεστημένο.

Στις 10/2 2012 ο Παπαδήμος, (κατασκεύασμα του Σημίτη), έλεγε ότι αν δεν ψηφιστεί το δεύτερο μνημόνιο οι Έλληνες θα μείνουν χωρίς μισθούς, φάρμακα και καύσιμα.
«Μέχρι τις 16 Νοεμβρίου αντέχουν τα αποθεματικά της χώρας. Το αίμα της οικονομίας που είναι η ρευστότητα έχει φτάσει στο μηδέν» έλεγε ο εκβιαστής Σαμαράς στις 20/10, πριν λίγες ημέρες. Σιγή ιχθύος το κατεστημένο.

Και τόσα και τόσα άλλα που έχουν πει κατά καιρούς οι εκβιαστές που κυβερνούν.

Η αισθητική της κυβέρνησης και των βουλευτών όμως δεν ενοχλείται και δεν προσβάλλεται από τις πιο πάνω δηλώσεις αλλά και όταν: Κόβουν τα πολυτεκνικά επιδόματα, κόβουν τις συντάξεις των 400 ευρώ, φθάνει η ανεργία στο 25,4% με 1.267.595 ανέργους, αυτοκτονούν καθημερινώς άνθρωποι λόγω της οικονομικής κρίσης και τους εκβιασμούς του κράτους, φεύγουν κατά χιλιάδες μετανέστες οι νέοι άνθρωποι, εκχωρούν Εθνική Κυριαρχία στο νεογερμανικό οικονομικό επεκτατισμό.

Η αισθητική της κυβέρνησης και των βουλευτών όμως δεν ενοχλείται και δεν προσβάλλεται όταν: οι ίδιοι εισπράττουν καθαρά πάνω από 80.000 ευρώ το χρόνο σχεδόν αφορολόγητα ενώ ταυτόχρονα κόβουν τα φάρμακα από τους νεφροπαθείς, διαλύουν την υγεία, την παιδεία και το κοινωνικό κράτος και ξεπουλούν πλουτοπαραγωγικές πηγές και στρατηγικούς τομείς της χώρας.

Η αισθητική της κυβέρνησης και των βουλευτών όμως δεν ενοχλείται και δεν προσβάλλεται όταν: ασκείται κρατική βία και καταστολή σε όσους διαδηλώνουν ανά την Ελλάδα, εκβιάζουν, τρομοκρατούν και ουσιαστικά λιντσάρουν το ΛΑΟ.
  
Υ.Γ. Αντώνη τη μια μιλάς με το Θεό, την άλλη επικαλείσαι το Λένιν. Μην το αφήνεις έτσι να το κοιτάξεις…

5.11.12

Ποιός θα είναι ο νικητής;

Διεκδικώντας μία δεύτερη προεδρική θητεία, ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία με ένα σύνθημα ελπίδας, καλείται να υπερασπισθεί έναν απολογισμό έργου που έχει απογοητεύσει ορισμένους ψηφοφόρους, αλλά και να συνεχίσει να ενσαρκώνει την αλλαγή. «Η πρόοδος είναι δύσκολη. Η αλλαγή μπορεί να είναι αργή», παραδέχεται ο Μπαράκ Ομπάμα τη στιγμή που ο Μιτ Ρόμνεϊ τον κατηγορεί ότι δεν τήρησε την υπόσχεσή του να ενώσει τους Αμερικανούς και κυρίως να επιτύχει την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας. Αλλά «εάν θέλετε να συνεχίσετε να πιστεύετε στο όραμα αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών που έχουμε στην καρδιά μας, η αλλαγή θα έρθει», λέει ο Μπαράκ Ομπάμα, την ώρα που τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων καταγράφουν την απογοήτευση των ψηφοφόρων έπειτα από τέσσερα χρόνια της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης από τη δεκαετία του 1930.

Οι συνομιλητές του τον περιγράφουν συγκρατημένο, εγκεφαλικό αλλά και πολύ ανταγωνιστικό, που απεχθάνεται να χάνει τόσο στην πολιτική, όσο και στο μπάσκετ. Ο Μπαράκ Ομπάμα βεβαιώνει ότι διατηρεί την ιερή φλόγα, παρά την κακή του επίδοση κατά τη διάρκεια της πρώτης τηλεοπτικής αναμέτρησης με τον Ρόμνεϊ, η οποία ήγειρε ερωτηματικά για την μαχητικότητα ενός πολιτικού ηγέτη που δεν τον αφορούν οι ίντριγκες της Ουάσινγκτον ούτε οι φλυαρίες των τηλεοπτικών δικτύων διαρκούς ενημέρωσης.
Ο Μπαράκ Χουσέιν Ομπάμα, γιος μίας Αμερικανίδας και ενός Κενυάτη, εμφανίσθηκε στο πολιτικό προσκήνιο κατά το συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος το 2004 στη Βοστόνη, το οποίο έδωσε το χρίσμα στον Τζον Κέρι για να αναμετρηθεί με τον Τζορτζ Μπους, υπερασπιζόμενος μία συναινετική προσέγγιση της πολιτικής που συνεγείρει και κάνει αίσθηση. Ο Μπαράκ Ομπάμα γεννήθηκε τον Αύγουστο 1961 στη Χαβάη. Το 2004 είναι ήδη επί επτά χρόνια εκπρόσωπος του νότιου τομέα του Σικάγο στην Γερουσία του Ιλινόι. Στις αρχές του 2005, εκλέγεται στην αμερικανική Γερουσία και χάρις στην χαρισματική του προσωπικότητα και την ευγλωττία του, γίνεται το αγαπημένο παιδί των μέσων ενημέρωσης.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, νικά την Χίλαρι Κλίντον, παίρνει το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος και στη συνέχεια θριαμβεύει επί του βετεράνου Ρεπουμπλικάνου Τζον Μακέιν και διαδέχεται στα 47 του χρόνια τον Τζορτζ Μπους στον Λευκό Οίκο. Οι ΗΠΑ επέλεξαν «την ελπίδα από τον φόβο», είπε ο Μπαράκ Ομπάμα κατά την ομιλία του μετά την ορκωμοσία στις 20 Ιανουαρίου 2009 ενώπιον δύο εκατομμυρίων ανθρώπων που είχαν συγκεντρωθεί στο κέντρο στην Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, η άσκηση της εξουσίας είναι συχνά πηγή απογοήτευσης για τον απόφοιτο του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δικηγόρο και καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, ιδιαίτερα από τότε που οι Ρεπουμπλικανοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων στο τέλος του 2010 και άρχισαν να εφαρμόζουν τις υποσχέσεις τους για την περικοπή των δαπανών χωρίς την αύξηση των φόρων.

Ο Μπαράκ Ομπάμα μπορεί να επιδείξει σεβαστό έργο, με την φιλόδοξη μεταρρύθμιση του συστήματος της υγείας. Όμως η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 2,8% σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση και το ομοσπονδιακό χρέος έχει αυξηθεί κατά 50% από το 2009. Είναι ο πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ που εκφράζει την υποστήριξή του προς τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τερματίζει το ταμπού για τους ομοφυλόφιλους στον στρατό, αλλά δεν κατορθώνει να επιτύχει την υιοθέτηση μίας μεταρρύθμισης για τη μετανάστευση, ούτε το πρόγραμμα μετάβασης στην «πράσινη» ενέργεια.
Στην εξωτερική πολιτική, αυτός που τάχθηκε για πρώτη φορά το 2002 κατά του πολέμου στο Ιράκ, τήρησε την υπόσχεσή του στο τέλος του 2011 για την αποχώρηση των αμερικανών στρατιωτών. Αντίθετα, στο Αφγανιστάν τριπλασίασε τουλάχιστον για ένα χρόνο τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις για να υλοποιήσουν τον πόλεμο κατά της αλ Κάιντα, έναν στόχο που επεκτάθηκε στο γειτονικό Πακιστάν με τον μυστικό πόλεμο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Τον Μάιο 2011, θριάμβευσε με την επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα Μπιν Λάντεν.
Όπως και όλοι οι προκάτοχοί του, δεν πέτυχε καμία πρόοδο στην αραβοϊσραηλινή διένεξη, η οποία περιπλέχτηκε από την αραβική άνοιξη, ούτε και στο θέμα της κρίσης με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Όλα αυτά με φόντο τις δύσκολες σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της πρώτης παγκόσμιας υπερδύναμης 150 χρόνια μετά την κατάργηση της δουλείας και μισό αιώνα μετά την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο Μπαράκ Ομπάμα, τα μαλλιά του οποίου έχουν ασπρίσει πολύ από την εγκατάστασή του στον Λευκό Οίκο, προβάλλει την εικόνα ενός καθημερινού ανθρώπου με σκηνές μίας κανονικής ζωής, παίζοντας γκολφ, πίνοντας μπύρα και βγάζοντας βόλτα τον σκύλο του. Υπερηφανεύεται ότι σταματά τη δουλειά του για να δειπνήσει με την οικογένειά του, την εδώ και 20 χρόνια σύζυγό του και λαμπρή δικηγόρο Μισέλ Ομπάμα και τις δύο κόρες τους Μαλία, 14 ετών και Σάσα, 11 ετών.

Από την άλλη, είτε ο Μιτ Ρόμνεϊ γίνει είτε όχι ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ένα είναι σίγουρο: ο πολυεκατομμυριούχος πρώην επιχειρηματίας θα συμπληρώσει την ερχόμενη Τρίτη σχεδόν έξι χρόνια προεκλογικής εκστρατείας, μιας εκστρατείας την οποία έχει σηματοδοτήσει η έντονη επιθυμία να ξεφορτωθεί την εικόνα του απόμακρου άνδρα και του καιροσκόπου.
Στα 65 του χρόνια, ο μορμόνος πατέρας πέντε παιδιών, ο οποίος έχει γίνει 18 φορές παππούς, έχει πάρα πολλές επαγγελματικές επιτυχίες στο ενεργητικό του: είναι πτυχιούχος του Χάρβαρντ, ένας εξαιρετικά χαρισματικός σύμβουλος, ένας αξιοθαύμαστος διευθυντής, αυτός που έσωσε τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Σολτ Λέικ Σίτι το 2002 από την χρεοκοπία και επίσης ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης της πολιτείας της Μασαχουσέτης από το 2003 ως το 2007.
Μόνον η πολιτική του επεφύλαξε κάποιες ατυχίες. Μια ήττα το 1994 όταν ήταν υποψήφιος για τη Γερουσία και μια πρώτη αποτυχημένη υποψηφιότητα για τις προεδρικές του 2008, την οποία εγκατέλειψε στις προκριματικές εκλογές απέναντι στον Τζον Μακέιν.

Ο Μιτ Ρόμνεϊ δεν έχει παύσει έκτοτε να είναι ο «υποψήφιος Ρόμνεϊ» και μια ήττα το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου θα σημάνει αναμφίβολα το τέλος της ακαταπόνητης αυτής εκστρατείας του για να πείσει την Αμερική να αναδείξει στο ύπατο αξίωμα της χώρας αυτόν που έχει στο ενεργητικό του τόσες πολλές διασώσεις επιχειρήσεων. Ωστόσο τα εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια που έχουν δαπανηθεί σε διαφημίσεις δεν κατάφεραν ποτέ να τον απαλλάξουν από την εικόνα του επιφυλακτικού, ακόμη και άκαμπτου ανθρώπου, ούτε να σβήσουν από τη μνήμη τις πολλές ιδεολογικές του μεταβολές. Ο «πραγματικός» Ρόμνεϊ είναι ο αθεράπευτα μετριοπαθής, ο άλλοτε υποστηρικτής του δικαιώματος στην άμβλωση, τον οποίο εμπαίζανε οι αντίπαλοί του στις προκριματικές των Ρεπουμπλικάνων; Ή είναι ο εξτρεμιστής της δεξιάς που είναι βαθιά προσηλωμένος στις δρακόντειες δημοσιονομικές περικοπές;

Γεννηθείς το 1947 στο Ντιτρόιτ, την πρωτεύουσα του αυτοκινήτου στο Μίσιγκαν, στις βόρειες ΗΠΑ, ο Ουίλαρντ Μιτ Ρόμνεϊ έρχεται αντιμέτωπος με την πολιτική στα 15 του χρόνια, όταν συνοδεύει τον πατέρα του Τζορτζ στην επιτυχημένη προεκλογική του εκστρατεία για τη θέση του κυβερνήτη. Ο γιος Ρόμνεϊ θα δει αργότερα την αποτυχία του πατέρα του απέναντι στον Ρίτσαρντ Νίξον στις προκριματικές εκλογές του 1968. Την σύζυγό του, Αν Ντέιβις, την συναντάει το 1965. Εκείνη είναι μόλις 15 ετών. Οι δύο νεαροί ερωτευμένοι θα παντρευτούν το 1969 όταν επιστρέψει ο Ρόμνεϊ από την ιεραποστολή του στη Γαλλία για δυόμισι χρόνια: Χάβρη, Μπορντό και Παρίσι. Για τριάντα μήνες, ο Ρόμνεϊ εργάζεται από το πρωί ως το βράδυ για να προσηλυτίσει τους Γάλλους σε αυτήν την θρησκεία που προέρχεται από την Αμερική. Τον Ιούνιο του 1968, ένα αυτοκίνητο πέφτει πάνω στο Citroen DS που οδηγεί. Ένας χωροφύλακας τον κηρύσσει νεκρό. Η συνοδηγός του στο αυτοκίνητο πεθαίνει, αλλά ο Ρόμνεϊ γλιτώνει από το δυστύχημα.
Μόλις επιστρέφει, το ζευγάρι εγκαθίσταται στο Μπέλμοντ, κοντά στη Βοστόνη, στη Μασαχουσέτη, όπου ο Ρόμνεϊ μπαίνει στο καλύτερο πανεπιστήμιο στη χώρα, το Χάρβαρντ, από όπου παίρνει δύο μάστερ στη διοίκηση επιχειρήσεων και στο δίκαιο το 1975. Ως ανερχόμενο αστέρι στον τομέα των συμβούλων, εισέρχεται στον όμιλο Boston Consulting Group και στη συνέχεια στην Bain & Company το 1977, όπου εντυπωσιάζει τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Μπιλ Μπέιν, ο οποίος του εμπιστεύεται τη διεύθυνση μιας νέας εταιρείας, της Bain Capital, το 1984.

Για 15 χρόνια, η Bain Capital αποφέρει πλούτο στον Μιτ Ρόμνεϊ και του χαρίζει τη φήμη του λαμπρού επιχειρηματία, την οποία επικαλείται σήμερα για να επιλύσει τα προβλήματα της χώρας. «Πέρασα τη ζωή μου στον ιδιωτικό τομέα, όχι στον δημόσιο. Είμαι ένας άνθρωπος που με την εμπειρία του θέλει να βοηθήσει τους Αμερικανούς», επαναλαμβάνει.
Οι τοποθετήσεις των κεφαλαίων της Bain Capital σημειώνουν μεγάλες επιτυχίες, όπως αυτή των καταστημάτων με έπιπλα γραφείου Staples, αλλά ορισμένες πολύ προσοδοφόρες για τους επενδυτές τους αναδιαρθρώσεις θα οδηγήσουν σε απολύσεις, οι οποίες θα ζημιώσουν τον απολογισμό του υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές.
Άλλη μια επιτυχία που εγγράφεται επίσης στο βιογραφικό του Ρόμνεϊ είναι όταν το 1999 εγκαταλείπει την Bain Capital για να αναλάβει τη διάσωση των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Σολτ Λέικ Σίτι το 2002, όπου επιτυγχάνει την αποκατάσταση της ισορροπίας των δημοσιονομικών τους.
Όμως ο Μιτ έχει και καρδιά και τα κοντινά του πρόσωπα κινητοποιήθηκαν κατά την προεκλογική του εκστρατεία για να περιγράψουν στους ψηφοφόρους τον «πραγματικό» Ρόμνεϊ: το πειραχτήρι, τον απερίσπαστο και ακέραιο άνθρωπο.
Οι προεκλογικές του συγκεντρώσεις ξεκινούν με μια ταινία με ανάμεικτα οικογενειακά βίντεο και συνεντεύξεις-εξομολογήσεις, στις οποίες ο Μιτ και η Αν διηγούνται με δάκρυα στα μάτια τα πρώτα τους ραντεβού, μιλούν για την σκλήρυνση κατά πλάκας της Αν και για τις δουλειές του ποδαριού που έκανε ο Μιτ για να βγάλει μερικά δολάρια.
Η γενναιοδωρία του Μιτ δεν είναι ψεύτικη, διηγούνται ο Σκοτ Χέλμαν και ο Μάικλ Κράνις στην βιογραφία που έγραψαν «Ο Πραγματικός Ρόμνεϊ» (The Real Romney).
Από το 1986 ως το 1994, ο Μιτ Ρόμνεϊ ηγείται του αντίστοιχου της επισκοπής για τους μορμόνους στην Βοστόνη, ένα αξίωμα διοικητικό και θρησκευτικό που τον οδηγεί να βοηθήσει τα μέλη του εκκλησιάσματός του.
Σε ιδιωτικό επίπεδο, αυξάνει τις αλτρουιστικές του πράξεις, χρηματοδοτώντας τις σπουδές των παιδιών μιας οικογένειας που έχει ανάγκη, ή ξαγρυπνώντας στο προσκέφαλο στο νοσοκομείο ενός μικρού αγοριού που είναι καταδικασμένο από τη λευχαιμία.
Όμως ο Ρόμνεϊ ασκεί επίσης πιέσεις σε μια ανύπανδρη μητέρα να εμπιστευτεί το παιδί που θα γεννήσει στην υπηρεσία υιοθεσιών της εκκλησίας, το οποίο αυτή αρνείται. Ο Μιτ Ρόμνεϊ ελπίζει τώρα πια στο επιστέγασμα της επιτυχημένης του πορείας: να γίνει ο πρώτος μορμόνος πρόεδρος των ΗΠΑ. Αυτό ήταν το μόνο αποτυχημένο στάδιο της σταδιοδρομίας του πατέρα του.

Ομιλία Τσίπρα.

Από τις καλύτερες ομιλίες του Αλ. Τσίπρα. Γνωρίζει πώς να διαμορφώνει τα μηνύματα αλλά και να τα επικοινωνεί. Όσο περνάει ο καιρός ενσωματώνει αυτό που σκέπτεται ο πολίτης στον λόγο του. Η ηρεμία και η σταθερότητα στα συν του.

2.11.12

Economist: Να ψηφιστεί ο "διάβολος που γνωρίζουμε".


Ο Economist, το βρετανικό εβδομαδιαίο περιοδικό που ασκεί σημαντική επιρροή στον κόσμο των επιχειρήσεων, κάλεσε σήμερα να ψηφιστεί, με λιγότερο όμως ενθουσιασμό από ότι το 2008, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα "ο διάβολος που γνωρίζουμε".

Το φιλελεύθερο περιοδικό, που κυκλοφορεί κάθε Παρασκευή, εκτιμά σε κύριο άρθρο που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ότι η αντίπαλος του Μπαράκ Ομπάμα, ο Ρεπουμπλικάνος Μιτ Ρόμνεϊ "δεν κάνει για τη δουλειά αυτή".

FOUR years ago, The Economist endorsed Barack Obama for the White House with enthusiasm. So did millions of voters. Next week Americans will trudge to the polls far less hopefully. So (in spirit at least) will this London-based newspaper. Having endured a miserably negative campaign, the world’s most powerful country now has a much more difficult decision to make than it faced four years ago.
That is in large part because of the woeful nature of Mr Obama’s campaign. A man who once personified hope and centrism set a new low by unleashing attacks on Mitt Romney even before the first Republican primary. Yet elections are about choosing somebody to run a country. And this choice turns on two questions: how good a president has Mr Obama been, especially on the main issues of the economy and foreign policy? And can America really trust the ever-changing Mitt Romney to do a better job? On that basis, the Democrat narrowly deserves to be re-elected.

The changeling
Mr Obama’s first term has been patchy. On the economy, the most powerful argument in his favour is simply that he stopped it all being a lot worse. America was in a downward economic spiral when he took over, with its banks and carmakers in deep trouble and unemployment rising at the rate of 800,000 a month. His responses—an aggressive stimulus, bailing out General Motors and Chrysler, putting the banks through a sensible stress test and forcing them to raise capital (so that they are now in much better shape than their European peers)—helped avert a Depression. That is a hard message to sell on the doorstep when growth is sluggish and jobs scarce; but it will win Mr Obama some plaudits from history, and it does from us too.
Two other things count, on balance, in his favour. One is foreign policy, where he was also left with a daunting inheritance. Mr Obama has refocused George Bush’s “war on terror” more squarely on terrorists, killing Osama bin Laden, stepping up drone strikes (perhaps too liberally, see article) and retreating from Iraq and Afghanistan (in both cases too quickly for our taste). After a shaky start with China, American diplomacy has made a necessary “pivot” towards Asia. By contrast, with both the Israeli-Palestinian dispute and his “reset” with Russia, he overreached and underdelivered. Iran has continued its worrying crawl towards nuclear weapons.
All these problems could have been anticipated. The Arab spring could not. Here Mr Obama can point to the ousting of tyrants in Egypt and Libya, but he has followed events rather than shaping them, nowhere more so than with the current carnage in Syria. Compared with, say, George Bush senior, who handled the end of the cold war, this aloof, disengaged man is no master diplomat; set beside the younger Bush, however, Mr Obama has been a safe pair of hands.

The other qualified achievement is health reform. Even to a newspaper with no love for big government, the fact that over 40m people had no health coverage in a country as rich as America was a scandal. “Obamacare” will correct that, but Mr Obama did very little to deal with the system’s other flaw—its huge and unaffordable costs. He surrendered too much control to left-wing Democrats in Congress. As with the gargantuan Dodd-Frank reform of Wall Street, Obamacare has generated a tangle of red tape—and left business to deal with it all.
It is here that our doubts about Mr Obama set in. No administration in many decades has had such a poor appreciation of commerce. Previous Democrats, notably Bill Clinton, raised taxes, but still understood capitalism. Bashing business seems second nature to many of the people around Mr Obama. If he has appointed some decent people to his cabinet—Hillary Clinton at the State Department, Arne Duncan at education and Tim Geithner at the Treasury—the White House itself has too often seemed insular and left-leaning. The obstructive Republicans in Congress have certainly been a convenient excuse for many of the president’s failures, but he must also shoulder some blame. Mr Obama spends regrettably little time buttering up people who disagree with him; of the 104 rounds of golf the president has played in office, only one was with a Republican congressman.
Above all, Mr Obama has shown no readiness to tackle the main domestic issue confronting the next president: America cannot continue to tax like a small government but spend like a big one. Mr Obama came into office promising to end “our chronic avoidance of tough decisions” on reforming its finances—and then retreated fast, as he did on climate change and on immigration. Disgracefully, he ignored the suggestions of the bipartisan Bowles-Simpson deficit commission that he himself set up. More tellingly, he has failed to lay out a credible plan for what he will do in the next four years. Virtually his entire campaign has been spent attacking Mr Romney, usually for his wealth and success in business.

Many a Mitt makes a muddle
Mr Obama’s shortcomings have left ample room for a pragmatic Republican, especially one who could balance the books and overhaul government. Such a candidate briefly flickered across television screens in the first presidential debate. This newspaper would vote for that Mitt Romney, just as it would for the Romney who ran Democratic Massachusetts in a bipartisan way (even pioneering the blueprint for Obamacare). The problem is that there are a lot of Romneys and they have committed themselves to a lot of dangerous things.
Take foreign policy. In the debates Mr Romney stuck closely to the president on almost every issue. But elsewhere he has repeatedly taken a more bellicose line. In some cases, such as Syria and Russia (see article), this newspaper would welcome a more robust position. But Mr Romney seems too ready to bomb Iran, too uncritically supportive of Israel and cruelly wrong in his belief in “the Palestinians not wanting to see peace”. The bellicosity could start on the first day of his presidency, when he has vowed to list China as a currency manipulator—a pointless provocation to its new leadership that could easily degenerate into a trade war.
Or take reducing the deficit and reforming American government. Here there is more to like about Mr Romney. He generally believes in the smaller state we would rather see; he would slash red tape and his running-mate, Paul Ryan, has dared to broach much-needed entitlement reform.
Yet far from being the voice of fiscal prudence, Mr Romney wants to start with huge tax cuts (which will disproportionately favour the wealthy), while dramatically increasing defence spending. Together those measures would add $7 trillion to the ten-year deficit. He would balance the books through eliminating loopholes (a good idea, but he will not specify which ones) and through savage cuts to programmes that help America’s poor (a bad idea, which will increase inequality still further). At least Mr Obama, although he distanced himself from Bowles-Simpson, has made it clear that any long-term solution has to involve both entitlement reform and tax rises. Mr Romney is still in the cloud-cuckoo-land of thinking you can do it entirely through spending cuts: the Republican even rejected a ratio of ten parts spending cuts to one part tax rises. Backing business is important, but getting the macroeconomics right matters far more.
Mr Romney’s more sensible supporters explain his fiscal policies away as necessary rubbish, concocted to persuade the fanatics who vote in the Republican primaries: the great flipflopper, they maintain, does not mean a word of it. Of course, he knows in current circumstances no sane person would really push defence spending, projected to fall below 3% of GDP, to 4%; of course President Romney would strike a deal that raises overall tax revenues, even if he cuts tax rates.

You’d better believe him
However, even if you accept that Romneynomics may be more numerate in practice than it is in theory, it is far harder to imagine that he will reverse course entirely. When politicians get elected they tend to do quite a lot of the things they promised during their campaigns. François Hollande, France’s famously pliable new president, was supposed to be too pragmatic to introduce a 75% top tax rate, yet he is steaming ahead with his plan. We weren’t fooled by the French left; we see no reason why the American right will be more flexible. Mr Romney, like Mr Hollande, will have his party at his back—and a long record of pandering to them.
Indeed, the extremism of his party is Mr Romney’s greatest handicap. The Democrats have their implacable fringe too: look at the teachers’ unions. But the Republicans have become a party of Torquemadas, forcing representatives to sign pledges never to raise taxes, to dump the chairman of the Federal Reserve and to embrace an ever more Southern-fried approach to social policy. Under President Romney, new conservative Supreme Court justices would try to overturn Roe v Wade, returning abortion policy to the states. The rights of immigrants (who have hardly had a good deal under Mr Obama) and gays (who have) would also come under threat. This newspaper yearns for the more tolerant conservatism of Ronald Reagan, where “small government” meant keeping the state out of people’s bedrooms as well as out of their businesses. Mr Romney shows no sign of wanting to revive it.

The devil we know
We very much hope that whichever of these men wins office will prove our pessimism wrong. Once in the White House, maybe the Romney of the mind will become reality, cracking bipartisan deals to reshape American government, with his vice-president keeping the headbangers in the Republican Party in line. A re-elected President Obama might learn from his mistakes, clean up the White House, listen to the odd businessman and secure a legacy happier than the one he would leave after a single term. Both men have it in them to be their better selves; but the sad fact is that neither candidate has campaigned as if that is his plan.
As a result, this election offers American voters an unedifying choice. Many of The Economist’s readers, especially those who run businesses in America, may well conclude that nothing could be worse than another four years of Mr Obama. We beg to differ. For all his businesslike intentions, Mr Romney has an economic plan that works only if you don’t believe most of what he says. That is not a convincing pitch for a chief executive. And for all his shortcomings, Mr Obama has dragged America’s economy back from the brink of disaster, and has made a decent fist of foreign policy. So this newspaper would stick with the devil it knows, and re-elect him.